Το σώμα λέει πάντα την Αλήθεια μας • Katerina Moustaka

Το σώμα λέει πάντα την Αλήθεια μας

Ξυπνάς ένα ωραίο πρωί και χτυπάει το κουδούνι…

Ανοίγεις την πόρτα και στέκεται μπροστά σου ένας ωραιότατος νεαρός με στολή εργασίας.

Κρατάει ένα πακετάκι για σένα.

Τι θα θέλατε? Τον ρωτάς
Καλημέρα σας. Λέγομαι «Λουμπάγκο», ξεκινάει να σου απαντάει.

Του κλείνεις την πόρτα στα μούτρα. Και προσπαθείς να συνεχίσεις τη μέρα σου σαν να μην τρέχει τίποτα…

Η ειδοποιός διαφορά εδώ, βρίσκεται στη λέξη «προσπαθείς». Η οποία σημαίνει ότι «βρίσκεσαι στη διαδικασία να… αλλά δεν τα καταφέρνεις».

Αγνοείς το συμβάν, λες και αν δεν του δώσεις σημασία για αρκετό διάστημα, αυτό ως δια μαγείας θα εξαφανιστεί…

Και επιχειρείς να συνεχίσεις την ημέρα σου, σφυρίζοντας αδιάφορα και παριστάνοντας ότι αυτό δε συμβαίνει σε σένα. Σαν να ζεις τη ζωή ενός άλλου. Που δεν αντιμετωπίζει τίποτα έξω από τα συνηθισμένα. Που το βασικό του μέλημα και η πρώτη του προτεραιότητα είναι να ανταπεξέλθει στις εξωτερικές του υποχρεώσεις και να εκτελέσει στην εντέλεια το ημερήσιο πρόγραμμα που έχει συντάξει ο Στρατηγός (το Εγώ του).

Εννοείται ότι ο νεαρός δεν φεύγει. Και όντας εξαιρετικά φιλότιμος, διότι έχει ένα έργο να επιτελέσει, συνεχίζει και χτυπάει το κουδούνι, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ολοένα και πιο επίμονα γιατί δεν έχεις παραλάβει το «πακέτο».

Και όσο πιο πολύ τον αγνοείς τόσο πιο ευρηματικός γίνεται. Και πιο έντονες οι προσπάθειές του να επικοινωνήσει μαζί σου. Και σιγά σιγά μεταμορφώνεται από ευγενή σε bully, σε νταή, όπως θα έλεγε και η γιαγιά μου. Σαν αυτές τις εταιρείες συλλογής χρεών που σε παίρνουν τηλέφωνο δώδεκα φορές τη μέρα, από διαφορετικό νούμερο κάθε φορά, για να σε επιπλήξουν επειδή έχεις καθυστερήσει να βάλεις 10 ευρώ στην κάρτα.

Και εσύ καταλήγεις να τον βρίσκεις μπροστά σου όπου σταθείς και όπου βρεθείς, ολημερίς και ολονυκτίς, στο σπίτι, στη δουλειά, στην προπόνηση, στο αυτοκίνητο, στο εστιατόριο, στο club, στο μήτινγκ, στις διακοπές, είτε μόνος, είτε με φίλους, είτε με το αίσθημα, είτε με τα παιδιά σου.

Και εννοείται ότι κάποια στιγμή τα καταφέρνει και σου ρίχνει τρικλοποδιά – για να σταματήσεις να τρέχεις μήπως και σε προλάβει. Και καταλήγεις να ασχολείσαι ολοκληρωτικά μ’ αυτόν. Να έχει καταλάβει όλη σου τη μέρα, να έχει ακυρώσει όλα σου τα σχέδια, να έχει μετατρέψει το σώμα σου σε ρετάλι, το μυαλό σου σε μους, τη διάθεσή σου σε αυτόχειρα, την ημέρα σου σε θρίλερ και το μέλλον σου σε κατιτίς ζοφερό, μαύρο και άραχνο…

Το παραπάνω σενάριο παίζεται καθημερινά. Για τον καθένα μας. Μπορεί να έχει ήδη παιχθεί, μπορεί να βρίσκεται στα προσεχώς.

Και ο νεαρός αντί για «Λουμπάγκο» μπορεί να ονομάζεται «Αυχενικό». Ή «Ρήξη Μηνίσκου». Ή «Ημικρανία». Ή «Τενοντίτιδα». Ή «Θλάση». Ή «Σύνδρομο τάδε». Ή «Πίεση». Ή «Διαβήτης». Ή «Έμφραγμα». Ή οποιαδήποτε άλλη πάθηση υπάρχει, μυοσκελετική και μη.

Και αν μας συμβεί, η πρώτη μας ερώτηση είναι συνήθως «Γιατί σε μένα;».

Συνήθως δε, συνδυαστικά με μια αναφορά στα Θεία – τύπου «Γιατί σε μένα, Θεέ μου», ώστε να δώσουμε και μια χροιά νεομάρτυρα στο προσωπικό μας δράμα.

Και είναι λάθος. Η ερώτηση.

Όχι το ότι συνέβη σε μένα. Αλλά το γεγονός πως οποτεδήποτε συμβαίνει κάτι στο φυσικό μας σώμα που μας βγάζει από τη ροή, αντί να το αντιμετωπίσουμε κατάματα και να αναρωτηθούμε με παιδική περιέργεια τι προσπαθεί αυτό το έρημο να μας πει, όχι απλώς ανεβαίνουμε οικειοθελώς στο βάθρο του Μάρτυρα, αλλά δεν μπαίνουμε καν στη διαδικασία διερεύνησης της πιο σημαντικής ερώτησης απ’ όλες:

Γιατί συνέβη αυτό σε μένα τώρα;
Και τι προσπαθεί το σώμα μου να μου πει;

Γιατί το σώμα πάντα λειτουργεί υποστηρικτικά. Η βασική του δουλειά είναι να μας προστατεύει. Και να μας δίνει πληροφορία.

Αν το μονοπάτι που βαδίζουμε δεν εμπεριέχει χαρά, ικανοποίηση, δημιουργία, αγάπη, στοργή, παιχνίδι και ό,τι άλλο ζητάει η ψυχούλα μας – άλλωστε αυτό είναι, θεωρητικά, ο προορισμός – τότε η αντίρρηση θα εκδηλωθεί, μεταξύ άλλων και σωματικά.

Αλλά τι κάνουμε εμείς όταν έρχεται ο αγγελιοφόρος της εν λόγω πληροφορίας, να μας χτυπήσει ευγενικά την πόρτα;

Δεν του ανοίγουμε καν. Ή αν κατά λάθος ανοίξουμε, πριν του ξανακλείσουμε την πόρτα δια παντός, του επιτιθέμεθα, ή δυνατόν τον δένουμε γερά, τον φιμώνουμε, τον πετάμε στο υπόγειο, τον κλειδαμπαρώνουμε εκεί κάτω και ιδανικά χάνουμε και το κλειδί…

Η νοοτροπία μας, σε σχέση με τα όποια συμπτώματα είναι του τύπου : «Φύγε Κακό από τα μάτια μου», σμιλεμένη γαρ από το βιοιατρικό μοντέλο του «Διαγνώστε, Συνταγογραφήστε, Τελειώσατε».

Τα μόνα ερωτηματικά που μας γεννιούνται σε οποιαδήποτε συμπτωματική εκδήλωση είναι :
– Σε ποιόν να πάω
– Τι να «μου κάνει»
– Τι να πάρω για να φύγει το σύμπτωμα
Και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

Δεν έχω καμία αντίρρηση στη λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Υπάρχουν περιπτώσεις που είναι αναντικατάστατη. Και πάμπολλες περιπτώσεις που είναι απλώς απαραίτητη ως ένα μέσον διευκόλυνσης που θα μας δώσει μια χρονική παράταση ή μια περίοδο χαριτος ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την αιτία. Η οποία, σαφώς, δεν είναι η έλλειψη φαρμάκων…

Αλλά εν έτει 2018, με τόση πρόοδο στον τομέα των Νεύρο-επιστημών, με τόσες δημοσιευμένες επιστημονικές έρευνες που αποδεικνύουν την πραγματική διάσταση του πόσο τεράστιο ρόλο παίζει «ο καιρός εντός μας» (η συναισθηματική μας κατάσταση, οι πεποιθήσεις μας και οι νοητικές μας αυτοματοποιημένες συμπεριφορές) στην εμφάνιση όλων των συμπτωμάτων, δεν μπορώ να δεχθώ ότι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε σαν επιστημονική κοινότητα είναι να αποδίδουμε το εκάστοτε σύμπτωμα σε μια ανατομική αλλοίωση ή μια παθολογική κατάσταση και να αγνοούμε το αυτονόητο :

Το σώμα εκφράζει ό,τι δεν λέει το στόμα.

Όπως χαρακτηριστικά έχει ειπωθεί από την Carolyne Miss «η βιολογία μας μας ενημερώνει για την βιογραφία μας». Ό,τι συμβαίνει στη ζωή μας γράφει μια ιστορία. Στο σώμα μας. Αδιάκοπα. Χωρίς εξαιρέσεις. Νομοτελειακά.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα σωματικά συμπτώματα είναι απλώς απτές αποδείξεις για το τι συμβαίνει στο υποσυνείδητό μας και ένδειξη του πώς πραγματικά νιώθουμε κατά βάθος με τις επιλογές μας – γιατί, μην ξεχνιόμαστε, ό,τι ζούμε το έχουμε επιλέξει εμείς με τον άλφα ή βήτα τρόπο – πονάμε που πονάμε μην θυματοποιούμαστε κιόλας.

Εφόσον τα συναισθήματα μας παίζουν βασικό ρόλο στην διαδικασία ικανοποίησης των αναγκών μας, αν τα αγνοούμε συστηματικά, το υποσυνείδητό μας θα χρειαστεί να βρει έναν άλλο τρόπο να περάσει το μήνυμα και να μας βοηθήσει να δούμε ότι οι βαθύτερες ανάγκες μας δεν καλύπτονται.

Και τα συμπτώματα είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να χτυπήσει το καμπανάκι και ενίοτε να σημάνει και συναγερμός, όταν δεν συμφωνούμε με αυτό που ζούμε…

Αν λοιπόν έχουμε αρρωστήσει, πονέσει, «μαγκώσει» ή τραυματιστεί πρόσφατα, εκτός από την κλασική προσέγγιση του «τι φταίει στο σώμα μου και βιώνω αυτό το αποτέλεσμα» ας κάνουμε και μια αναδρομή.

Τι συνέβαινε στη ζωή μας την ίδια περίοδο ή πριν να εκδηλωθεί το Α-τύχημα ή η Α-σθένεια;

Πόσο ικανοποιημένοι ήμασταν με τις συνθήκες της καθημερινότητας μας; Με τη δουλειά μας; Με τη σχέση μας; Με την οικογένεια ή τα παιδιά μας; Με τον εαυτό μας; Με το σώμα μας; Με τα χρήματα; Με το χρόνο μας; Είχαμε ελεύθερο χρόνο; Είχαμε ποιοτικές στιγμές; Μέσα στον κυκεώνα κάναμε και δυο τρία πραγματάκια που τραβούσε η καρδιά μας ή μόνο υποχρεώσεις και επιβίωση;

Γιατί αν άλλα θέλει η ψυχούλα μας κι άλλα θέλει ο Στρατηγός (έχω εξηγήσει παραπάνω ποιός είναι αυτός, μην επαναλαμβανόμεθα) τότε υπάρχει σοβαρή εσωτερική σύγκρουση. Και δεν υπάρχει θηλαστικό στον πλανήτη που να μην εμφανίζει σωματικά συμπτώματα όταν βιώνει τέτοιου είδους συναισθηματική ανισορροπία.

Κάθε σκέψη μας άλλωστε μεταφράζεται σε συναίσθημα και τα συναισθήματα είναι σωματικές αντιδράσεις.

Κάθε φορά που αισθανόμαστε κάτι, δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι άυλο και άπιαστο αλλά κυριολεκτικά με μόρια που έχουν συγκεκριμένο μοριακό βάρος και πεπτίδια με συγκεκριμένη δομή και σειρά αμινοξέων.

Μιλάω βέβαια για τα Νευροπεπτίδια, ενώσεις γνωστές από την δεκαετία του 70. Τα λεγόμενα «Μόρια των συναισθημάτων».

Κάθε φορά που βιώνουμε ένα συναίσθημα (πάντα μετά από μια σκέψη που κάναμε, προς ερμηνεία της «αντικειμενικής» πραγματικότητας) εκατομμύρια τέτοιων μορίων εκλύονται από τον Υποθάλαμο (το μίνι εργοστάσιο παραγωγής πληθώρας ορμονών και νευροπεπτιδίων του εγκεφάλου, που ρυθμίζει και εποπτεύει άπειρες λειτουργίες από το αυτόνομο νευρικό σύστημα μέχρι την ανάπτυξη, το μεταβολισμό και την αναπαραγωγή, την ικανότητα εγγραφής εμπειριών στη μνήμη μας μέσω της σύνδεσής τους με το αίσθημα τιμωρίας ή ανταμοιβής και την απάντηση του σώματος στο στρες) και κατακλύζουν όλο μας το σώμα.

Τα μόρια αυτά είναι τα χημικά ισοδύναμα μόρια των «άυλων» συναισθημάτων μας και είναι απολύτως πραγματικά, ανάλογα και σε ακριβή αντιστοιχία με το συναίσθημα που βιώνουμε. Σε όλα μας τα κύτταρα υπάρχουν χιλιάδες υποδοχείς για τα αντίστοιχα Νευροπεπτίδια. Και εφόσον τα συναισθηματικά μόρια ενωθούν μέσω αυτών με τα κύτταρά μας, ενεργοποιούν μια αλληλουχία χημικών αντιδράσεων που αλλάζει σε πραγματικό χρόνο τη λειτουργία των εν λόγω κυττάρων.

Όλο μας το σώμα ενημερώνεται και επηρεάζεται άμεσα και ραγδαία κάθε φορά που αισθανόμαστε θυμό, γαλήνη, φόβο, εμπιστοσύνη, πικρία, χαρά, απογοήτευση, ευγνωμοσύνη, απόγνωση, ηρεμία, ντροπή, αγάπη, αυτολύπηση, τρυφερότητα, κατάθλιψη, σύνδεση…

Και αντιδρά ανάλογα.

Μετά από 20 χρόνια, λοιπόν, επαγγελματικής ενασχόλησης με τον πόνο και ως παρατηρητής/θεράπουσα ιατρός σε κοντά 10 χιλιάδες περιστατικά και ως πρωταγωνίστρια σε σχέση συμβίωσης μαζί του για διάστημα πολύ μεγαλύτερο της αρεσκείας μου, έχω να καταθέσω τα εξής:

Το σώμα πάντα ό,τι κάνει, το κάνει για κάποιο λόγο.
Τα συμπτώματα μας δίνουν πληροφορίες για αυτόν το λόγο.
Το να αγνοήσουμε ή να «κουκουλώσουμε» το σύμπτωμα δεν προσφέρει ουσιαστική λύση.
Αν η αιτία που δημιούργησε το σύμπτωμα παραμένει, αυτό θα μας ξαναεπισκεφθεί. Δριμύτερο.
Η αιτία δεν είναι μόνο σωματική.
Η λύση δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη αν είναι εστιασμένη μόνο στο σώμα.
Πρέπει (μια λέξη που χρησιμοποιώ σπανιότατα) να πάρουμε και την (εσωτερική) πληροφορία.
Ας κάνουμε λοιπόν ό,τι είναι απαραίτητο για την ανακούφισή μας.
Και μετά ας καθίσουμε. Ήσυχα. Μόνοι μας. Μέσα μας.
Και ας βρούμε τον νεαρό. Ας του ανοίξουμε την πόρτα.
Ας τον αναγνωρίσουμε όπως πραγματικά είναι : αγγελιοφόρος.
Και ας πάρουμε το μήνυμα. Το αρχικό «πακέτο».
Ας υπογράψουμε ότι το παραλάβαμε, ως συνεπείς ενήλικες που αναγνωρίζουμε την υποχρέωση του να αναλάβουμε την ευθύνη της θεραπείας μας.
Ας τον ρωτήσουμε: «Τι θέλεις να μου πεις; Τι χρειάζεσαι; Τι δεν σου αρέσει; Τι σου αρέσει; Τι μπορώ να κάνω για σένα; Τι θέλεις να αλλάξω; Είμαι εδώ και είμαι στη διάθεσή σου».
Και ας ακούσουμε. Το σώμα μας. Το μέσα μας. Αυτό που δεν έχει εκφραστεί.
Θα εκπλαγούμε.
Και επιτέλους θα κάνουμε σημαντικά βήματα προς τη θεραπεία. Την ουσιαστική.

Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να ρωτήσουμε.

Και να λάβουμε υπόψιν μας την απάντηση.

Και να συμμορφωθούμε ανάλογα …